Ο Κυπριακός Ελληνισμός, το «Σχέδιο Ανάν» και η συνείδησή μας

Δύο άρθρα του Θεοφάνη Μαλκίδη(*)

 

Ο Κυπριακός Ελληνισμός, το «Σχέδιο Ανάν»

Στη σημερινή συγκυρία, οφείλει κάθε Έλληνας και Ελληνίδα στο Ελλαδικό και Κυπριακό κράτος, αλλά και στη Διασπορά, να αναλογιστεί ότι η πολιτική του σκέψη και πρακτική έχει καταδικαστεί να ακολουθεί τη βάρβαρη και φασιστική τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο. Για τριάντα χρόνια το τελευταίο καθεστώς στον κόσμο, το τουρκικό, το οποίο αναπαράγει το ρατσισμό, διατηρεί τα φασιστικά του στρατεύματα και εντείνει την κατοχστην Κύπρο, την ομηρία χιλιάδων προσφύγων, τον αιώνιο βασανισμό των συγγενών των αγνοουμένων οι οποίοι προσδοκούν σε μία ανθρώπινη αλλά και πολιτική μεταχείριση του ζητήματος. Κάθε Έλληνας και Ελληνίδα γνωρίζει ότι παρά το οικονομικό «θαύμα», ο Ελληνισμός της Κύπρου βρίσκεται υπό μία συνεχή αναίρεση της ύπαρξής της, ακόμη και της διαφημισμένης ευημερίας της, η οποία αμφισβητείται όταν τα τουρκικά στρατεύματα δολοφονούν νέους ανθρώπους, ή όταν ο Ντενκτάς απαντά με συνεχείς προελάσεις. Την ίδια στιγμή το τουρκικό καθεστώς νομιμοποιείται εδώ και χρόνια από το θύμα στην Ελλάδα και την Κύπρο, με τις επίσημες ή ανεπίσημες συζητήσεις, τις κάθε λογής συμφωνίες και εσχάτως και με καλλιτεχνικές και αθλητικές συνευρέσεις, οι οποίες έχουν κακοποιήσει και διαστρεβλώσει τις έννοιες και το περιεχόμενο της ειρήνης και της φιλίας. Και για όλα αυτά υπάρχει η δικαιολογία περί πολιτικής κατευνασμού της Τουρκίας και ανάδειξης του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της, ο «εκδημοκρατισμός» της», η υπογραφή με κάθε τρόπο και μέσο του «Σχεδίου Λύσης Ανάν». Βεβαίως για όλα αυτά δεν υπάρχει καμία νομιμοποίηση και δεν δικαιολογείται η απεμπόληση των δικαιωμάτων του Ελληνισμού, τόσο στην Κύπρο, όσο και στο Αιγαίο, τη Θράκη και τη Διασπορά.

Η τελευταία χρονική περίοδος, εκτός από την προώθηση του «σχεδίου Ανάν», έχει να επιδείξει και μία άλλη παράμετρο. Βιώνουμε την πρώτη χρονική φάση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι πρόσφυγες, αλλά και οι άλλοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, μπορούν να επισκεφθούν «ελεύθερα» τα κατεχόμενα εδάφη. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι οι πρόσφυγες μαζί με τους συγγενείς τους των νεώτερων ηλικιών να επισκέπτονται πλέον τουριστικά τις οικίες, τις περιουσίες τους και τους γενέθλιους ή τόπους καταγωγής τους, ενώ πολλοί περισσότεροι να βρίσκονται καθημερινώς στην κατεχόμενη Κύπρο προκειμένου να απολαύσουν φθηνές υπηρεσίες. Ουσιαστικά αυτό το ζήτημα της (παράνομης) διέλευσης και νομιμοποίησης του τετελεσμένου της εισβολής και κατοχής και από το λαό- η ηγεσία το έχει πράξει εδώ και δεκαετίες- είναι θέμα αξιοπρέπειας, συλλογικής και ατομικής.

Από την άλλη πλευρά σε ανώτερο επίπεδο, εδώ και τριάντα χρόνια υπάρχει μία άνευ προηγουμένου στάση υποχώρησης της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας στην Αθήνα και τη Λευκωσία, που συνδιαλέγεται και διαπραγματεύεται την Κύπρο και το δικαίωμά του εκεί Ελληνισμού στο μέλλον και την ελληνικότητά του, ισότιμα με τον κατακτητή. Και αυτό συνέβη όταν το τραύμα της εισβολής ήταν νωπό και ο Ελληνισμός πολιτικά αδύναμος αλλά και συμβαίνει και σήμερα τη στιγμή που όλοι συμφωνούν για την ενισχυμένη θέση της Κύπρου στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή με τη δίκαιη ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Αυτό που αντιλαμβάνεται κάθε Έλληνας και Ελληνίδα, είναι ότι η υπόθεση της Κύπρου δεν είναι ζήτημα μίας πολιτικής τάξης - ελίτ, η οποία κατά καιρούς εφευρίσκει νέους όρους και «σχέδια», σήμερα με την «τελευταία ευκαιρία» όπως ονομάζουν το «Σχέδιο Λύσης Ανάν», για να εδραιώσει τα τετελεσμένα της φασιστικής εισβολής και κατοχής, να διαιωνίσει το ζήτημα των αγνοουμένων και των εποίκων, ουσιαστικά να εγκαταστήσει με ελληνική υπογραφή και δημοψήφισμα- προσκήνιο δημοκρατικότητας- τον τουρκικό φασισμό στην Κύπρο. Γιατί η «λύση» που θα βασίζεται στο «σχέδιο Ανάν», θα στηρίζει ουσιαστικά το ρατσισμό, τη διαιώνιση της αδικίας, το διαχωρισμό των ανθρώπων, την πολιτική και στρατιωτική ομήρεια, και όχι τις πανανθρώπινες αρχές και αξίες της δημοκρατίας, της πολιτικής και της ελευθερίας, όπως και το «Σχέδιο Ανάν, τυπικώς αναφέρει.

Μετά από όλα αυτά, προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα που σχετίζεται με την πολιτική που ακολουθείται για τον Κυπριακό Ελληνισμό. Υπάρχει νομιμοποίηση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας στην Αθήνα και τη Λευκωσία να συνδιαλέγεται και να διαπραγματεύεται την Κύπρο και το δικαίωμά του εκεί Ελληνισμού στο μέλλον και την ελληνικότητά του; Oι απειλές και οι εκβιασμοί δεν είναι στοιχεία βιωσιμότητας και λειτουργίας μιας δημοκρατίας, αλλά χαρακτηριστικά φασιστικών και ρατσιστικών καθεστώτων και αργά ή γρήγορα καταρρέουν. Θεωρούμε ότι πράξεις όπως της συνδιαλλαγής με τον κατακτητή και της διαρκούς υποχώρησης υποβαθμίζουν την ελληνική παρουσία στην Κύπρο και αποτελούν μία απάνθρωπη πράξη ενάντια στη μνήμη, την αλήθεια, την ιστορία και το δίκαιο. Αποτελούν κυρίως ύβρη απέναντι σε ιστορικά υποκείμενα του Ελληνισμού, τα οποία αποτέλεσαν σύμβολα ενότητας για όλο το λαό αλλά και άλλους αγωνιζόμενους λαούς και τους αγώνες τους ενάντια στο φασισμό και στην κατοχή. Τι έχει να αντιπροτείνει κάποιος από τους συνομιλητές του κατακτητή στα σύμβολα Τάσο Ισαάκ, Σολωμό Σολωμού, Θεόφιλο Γεωργιάδη, και τόσους άλλους; Τι έχουν να πουν και να αντιπροτείνουν αυτοί που τόσα χρόνια έλεγαν στον ελληνικό λαό της Κύπρου τόσα ψέματα δηλητηριάζοντας την ψυχή κάθε Έλληνα δημοκράτη; Αυτοί που δηλώνουν πως κάθε κίνηση ενάντια στην κατοχή και τον τουρκικό φασισμό αποτελεί περιθωριακή πράξη που δυναμιτίζει το καλό κλίμα και τις προσπάθειες επίλυσης του ζητήματος με βάση το «Σχέδιο Ανάν». Η ουσία σήμερα είναι ότι η Κύπρος αποτελεί πλήρες μέλος της ΕΕ με τη δική της δύναμη και αξία - ο Κυπριακός Ελληνισμός δούλεψε και αγωνίστηκε με επιτυχία πάνω στα ερείπια της εισβολής- και κανείς δεν μπορεί να το ανατρέψει αυτό με οποιεσδήποτε παραχωρήσεις στην Τουρκία. Δεν υπάρχει η νομιμοποίηση, ούτε η αποδοχή στην κοινωνία για υποχωρήσεις, τόσο στην Κύπρο, όσο και στο Αιγαίο και τη Θράκη, αφού θα αποτελούν πράξεις νομιμοποίησης του φασισμού και της κατοχής, και πολιτικό προηγούμενο για επόμενες διεκδικήσεις, στρατηγικές οι οποίες δεν είναι δείγμα αξιοπρέπειας και ανθρώπινης ύπαρξης. Το «Σχέδιο Ανάν», αποτελεί μία πρόταση αντιδημοκρατική και αντιευρωπαϊκή, δεν είναι λύση, αλλά η διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής. Συνεπώς, η απόρριψη του «Σχεδίου Ανάν» σημαίνει «όχι» στη διχοτόμηση, «όχι» στη διάλυση και «ναι» σε μια λύση ευρωπαική και σύμφωνη με τη Δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η τριτοκοσμική οδός της συνδιαλλαγής με τους κατακτητές, με βάση το ρατσιστικό «Σχέδιο Ανάν», αποτελεί πισωγύρισμα και υποχώρηση προς τον εισβολέα και τον κεμαλικό φασισμό, σημαίνει την ίδια ακολουθούμενη (αποτυχημένη) οδό των τριάντα ετών. Η Κύπρος βαδίζει πλέον με ενωμένες τις δυνάμεις της, όλος ο λαός και η κοινωνία, και πορεύεται το δρόμο της πολιτικής, της αλήθειας, δηλαδή της μη λήθης. Της μνήμης, αυτής της ελληνικής συνεισφοράς στην οικουμένη που μαζί με τις αξίες της δημοκρατίας και της ελευθερίας, η ευρωπαϊκή οικογένεια στην οποία η Κύπρος μετέχει ισότιμα πιστεύουμε ότι θα προασπίσει, ενάντια σε κάθε αμερικανικό και τουρκικό σχέδιο.

 

Η Κύπρος και η συνείδησή μας

Είναι διαπιστωμένο ότι η Κύπρος, αποτελεί το μείζον θέμα για πολλές γενιές Ελλήνων. Αυτών που ανδρώθηκαν πολιτικά μέσα από τον αγώνα για την αυτοδιάθεση και τις ηρωικές στιγμές των νεότατων Ελλήνων που ξαναζωντάνεψαν το 1821 στη δεκαετία του 1950, μέχρι εμάς που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε με το βαθύ τραύμα της εισβολής. Είναι αυτός ο λαός, ο Πόντιος στην πρώην Σοβιετική Ένωση ο οποίος γραφόταν εθελοντής για να πολεμήσει το 1974, ο Βορειοηπειρώτης που άκουγε κρυφά τον ραδιοφωνικό σταθμό να μεταδίδει τα νέα από την Κύπρο, ο Θρακιώτης της πρώτης γραμμής στον Έβρο, ο Ρουμελιώτης, ο Μακεδόνας και ο Κρητικός που βρέθηκαν στην Κερύνεια, που σημαδεύτηκαν από τον μακραίωνο και βαρύ σε φόρο αίματος αγώνα του Ελληνισμού της μεγαλονήσου.

Υπό άλλες συνθήκες, πολιτικές και μορφωτικές, παιδείας και ηθικής ευθύνης, απέναντι στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, η Κύπρος θα αποτελούσε το κυρίαρχο και στην ελληνική πολιτική ζωή, στους εκπροσώπους του λαού, στους θεσμούς, στα λεγόμενα μέσα ενημέρωσης, αλλά δυστυχώς, όλους αυτούς το Κυπριακό τους «κουράζει», «δεν πουλάει» και θέλουν να το «κλείσουν».

Είναι γεγονός ότι η «τετραμερής» της Ελβετίας του 2004, επαναφέρει στους παλαιότερους μνήμη Ζυρίχης (και Λονδίνου) του 1959 και στους νεότερους μία επανάληψη της ιστορίας, αυτήν που έψαξαν για να τη διαβάσουν, γιατί οι πολλές ευθύνες και οι συμμαχικές, σε Ανατολή και Δύση, προτεραιότητες την είχαν αποκρύψει. Με βάση το ρατσιστικό σχέδιο «λύσης» του Ανάν, το οποίο στηρίζεται πάνω στα παλιά και τα νέα αποικιοκρατικά βρετανικά αμερικανικά σχέδια, οι ηγεσίες του Ελληνισμού και με την επίφαση του δημοψηφίσματος και ο λαός, θα πρέπει αρχικώς να βάλουν τέλος στην Κυπριακή Δημοκρατία, την ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την αξία της και με διασφαλισμένη την ασφάλεια και την ακεραιότητά της και δευτερευόντως να νομιμοποιήσουν την τουρκική φασιστική εισβολή και κατοχή του 1974.

Το πρώτο ζήτημα, όπως είναι αυτονόητο και γνωστό πλέον σε όλους, αναιρεί και καταστρέφει την προσπάθεια που κατέβαλλε ο Κυπριακός Ελληνισμός για την ένταξή του στην ενωμένη Ευρώπη. Προσπάθεια η οποία άρχισε την επαύριον της εισβολής και με την σκληρή εργασία και αγώνα έγινε πραγματικότητα με τη υπογραφή της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην Αθηναϊκή αγορά, στον Παρθενώνα, τον Απρίλιο του 2003. Εκεί όπου πριν δεκάδες αιώνες γεννήθηκε η δημοκρατία την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ελληνισμός πρεσβεύει, κληρονομιά από την οποία δυστυχώς κάποιοι θαυμαστές του ρατσισμού θέλουν να μας αποκόψουν.

Το δεύτερο αποτελεί ύβρις προς εκείνες τις γενιές που γεννήθηκαν βιολογικά και πολιτικά και ζυμώθηκαν με την Κύπρο και τη δίκαιη επίλυση του εθνικού μας ζητήματος. Η αποδοχή του σχεδίου Ανάν, το οποίο θα θεωρηθεί ότι εισάγει στην ενωμένη Ευρώπη, το ρατσισμό, την αδικία, την υποταγή της πλειονότητας στη μειονότητα, θα αποτελέσει τη νομιμοποίηση του κατακτητή, την μη επιστροφή των προσφύγων, την αποδοχή των εποίκων, το οριστικό τέλος του ζητήματος των αγνοουμένων. Ακόμη, μεταξύ των άλλων, θα αναγνωριστεί το ψευδοκράτος και ο αρχιδολοφόνος που προΐσταται στο κατοχικό έκτρωμα θα είναι ο συμπρόεδρος στο νέο κράτος, ενώ θα γίνει αποδοχή όλων των εγκλημάτων, κατά της ανθρώπινης ζωής και κατά του ανθρώπινου πολιτισμού, που έχουν διαπραχθεί στο κατεχόμενο μέρος.

Μετά από αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, η οποία ωστόσο δεν είναι αόρατη, ούτε άγνωστη από τους εκπροσώπους μας και τους διαπραγματευτές μας, μένει τώρα να αποδειχθεί εάν ο ελληνικός λαός στην Κύπρο, διαθέτει ακόμη τις αντιστάσεις που έτσι και αλλιώς έχει ιστορικά ως απόγονος του Παλληκαρίδη και του Μάτση, του Ισαάκ, του Σολομού και του Θεόφιλου Γεωργιάδη. Η δυναμική απάντηση του ελληνικού λαού στην Κύπρο που δεν έχει αλλοτριωθεί και βλέπει το αληθές δηλαδή το εθνικό, όπως γράφει ο ποιητής της Ελευθερίας, είναι ένας δρόμος αξιοπρέπειας, συλλογικής και ατομικής. Αλλιώς η ιστορία θα προσθέσει και άλλες υποχωρήσεις για τον Ελληνισμό που από ότι φαίνεται όμως θα είναι οι τελευταίες.

 

 

* Ο Μαλκίδης Θεοφάνης είναι Λέκτορας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 Μάρτιος 2004

 

 

 


Αφιέρωμα στο Σχέδιο Ανάν του ηλεκτρονικού περιοδικού Αντίβαρο

http://www.oxistosxedioanan.com

http://www.antibaro.gr